Ωτοσκλήρυνση

Ένα από τα πιο κοινά προβλήματα που επηρεάζουν την ακουστική άλυσσο είναι η ωτοσκλήρυνση, η οποία δεν έχει γνωστή αιτιολογία και πλήττει συχνότερα τις γυναίκες, ενώ παράλληλα έχει την τάση να εμφανίζει πολλαπλά περιστατικά σε ένα γενεαλογικό δέντρο. Η κατάσταση αυτή προσβάλλει σχεδόν τις περισσότερες φορές και τα δύο αυτιά.

Αυτό που συμβαίνει στην ωτοσκλήρυνση είναι ότι το οστό που περιβάλλει την ωοειδή θυρίδα, μέσα στην οποία ακουμπά η βάση του αναβολέα, αρχίζει να μεγαλώνει και να παχαίνει. Η βάση του αναβολέα στηρίζεται στην ωοειδή θυρίδα με μια λεπτή, ισχυρή ελαστική μεμβράνη που ονομάζεται δακτυλιοειδής σύνδεσμος. Όταν είναι φυσιολογική, αυτή η διάταξη επιτρέπει στα ηχητικά κύματα που συλλέγονται από τον τυμπανικό υμένα να μεταφέρονται ικανοποιητικά και αποτελεσματικά στα υγρά του έσω ωτός. Καθώς η υπερβολική αύξηση του νέου οστού προχωρά και εμπλέκεται ο δακτυλιοειδής σύνδεσμος, η κινητικότητα του αναβολέα μειώνεται και η ακοή αμβλύνεται. Η κατάσταση προχωρά βραδέως μέχρι που ο αναβολέας τελικά καθηλώνεται εντελώς. Η εγκυμοσύνη θεωρείται ότι επιταχύνει τη διεργασία της καθήλωσης του αναβολέα και έτσι η ακοή χειροτερεύει πιο γρήγορα κατά τους 9 αυτούς μήνες.

Οι ασθενείς αισθάνονται ότι ακούνε καλύτερα όταν υπάρχουν θόρυβοι σε σχέση με την ακοή που έχουν σε ησυχία και αυτό συμβαίνει μάλλον διότι οι θόρυβοι κάνουν τον αναβολέα να κινηθεί και επειδή οι άνθρωποι μιλούν δυνατότερα όταν έχει φασαρία.

Υπάρχουν τρεις προτάσεις αντιμετώπισης της ωτοσκλήρυνσης:

  • Καμία αντιμετώπιση: Αν η κατάσταση δεν είναι τόσο βαριά που να προκαλεί πρόβλημα στην καθημερινή ζωή.
  • Τοποθέτηση ενός ακουστικού βοηθήματος: το μόνο που απαιτείται είναι να γίνουν οι εισερχόμενοι ήχοι δυνατότεροι ώστε να υπερβούν το εμπόδιο που προκαλείται από την παραγωγή νέου οστού.
  • Χειρουργική αντιμετώπιση: γνωστή ως αναβολεκτομή ή πιο σωστά αναβολοτομή δεδομένου ότι δημιουργείται μια οπή στον αναβολέα και δεν αφαιρείται.